Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακονιστήρι τα ακονιστήρια
      γενική του ακονιστηριού των ακονιστηριών
    αιτιατική το ακονιστήρι τα ακονιστήρια
     κλητική ακονιστήρι ακονιστήρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακονιστήρι < ακονίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακονιστήρι ουδέτερο

ΚλίσηΕπεξεργασία

  • ουσιαστικό με δύσχρηστη γενική ενικού και πληθυντικού


ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • κατά τον 20ο αιώνα ακονιστήριο ονομαζόταν το κατάστημα που ακόνιζε διάφορα αντικείμενα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία