Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ακόνι τα ακόνια
      γενική του ακονιού των ακονιών
    αιτιατική το ακόνι τα ακόνια
     κλητική ακόνι ακόνια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακόνι < αρχαία ελληνική ἀκόνη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακόνι ουδέτερο και σπανιότερα ακόνη θηλυκό

  1. κάθε σκληρή πέτρα στην οποία τρίβουν την κόψη μαχαιριού ή άλλου μεταλλικού εργαλείου για να γίνει πιο κοφτερή
  2. (συνεκδοχικά) κάθε υλικό ή εργαλείο που χρησιμοποιείται για την ίδια δουλειά

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία