Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀκόνη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ακ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀκόνη θηλυκό