Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ακαθισιά < α- + καθισ- (καθίζω) + -ιά

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ακαθισιά θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία