Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιτιολόγηση <αρχαία ελληνική αἰτιολόγησις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αιτιολόγηση θηλυκό

  1. το αποτέλεσμα του αιτολογώ όπως και η ενέργειά του, η διαδικασία
  2. η παροχή εξηγήσεων για μια ενέργεια, η ερμηνεία των κινήτρων και του τελικού σκοπού, των συνθηκών που οδήγησαν ή θα οδηγήσουν σε αυτήν.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία