Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική αιμολυτικός αιμολυτική αιμολυτικό
γενική αιμολυτικού αιμολυτικής αιμολυτικού
αιτιατική αιμολυτικό αιμολυτική αιμολυτικό
κλητική αιμολυτικέ αιμολυτική αιμολυτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αιμολυτικοί αιμολυτικές αιμολυτικά
γενική αιμολυτικών αιμολυτικών αιμολυτικών
αιτιατική αιμολυτικούς αιμολυτικές αιμολυτικά
κλητική αιμολυτικοί αιμολυτικές αιμολυτικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

αιμολυτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αιμολυτικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την καταστροφή των ερυθρών αιμοσφαιρίων


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία