Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αηδία οι αηδίες
      γενική της αηδίας των αηδιών
    αιτιατική την αηδία τις αηδίες
     κλητική αηδία αηδίες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αηδία < αρχαία ελληνική ἀηδία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αηδία θηλυκό

  1. αίσθημα αποστροφής για κάτι

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • αηδίες και ξεράσματα
  • καταντώ αηδία
  • μέχρι αηδίας: σε υπέρμετρο βαθμό, υπερβολικά

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία