Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αερόλιθος < αέρας + λίθος < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική aérolithe

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αερόλιθος αρσενικό

  1. μετεωρίτης που περιέχει κυρίως πυριτικά άλατα


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία