Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αερισμός οι αερισμοί
      γενική του αερισμού των αερισμών
    αιτιατική τον αερισμό τους αερισμούς
     κλητική αερισμέ αερισμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αερισμός < αερίζω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.ɛ.ɾiˈzmɔs/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αερισμός αρσενικό

  1. η ενέργεια του αερίζω
    • η ανανέωση του αέρα σε έναν κλειστό χώρο
    • η διαδικασία με την οποία επιτρέπεται στον αέρα να κυκλοφορήσει μέσα σε μια άλλη ουσία, όπως το χώμα
    ο αερισμός του χώματος μπορεί να επιτευχθεί με το άνοιγμα οπών με ειδικό μηχάνημα

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία