Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αερίζω < αρχαία ελληνική ἀερίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αερίζω

  1. εκθέτω ένα χώρο ή κάποιο υλικό στον αέρα του περιβάλλοντος
    μια φορά το μήνα, όταν έχει καλό καιρό, αερίζω τις ντουλάπες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία