Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαερίζω < εξ- + αερίζω ((μεταφραστικό δάνειο) νέα ελληνική αερίζω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

εξαερίζω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία