Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αέρισμα τα αερίσματα
      γενική του αερίσματος των αερισμάτων
    αιτιατική το αέρισμα τα αερίσματα
     κλητική αέρισμα αερίσματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αέρισμα < αερίζω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αέρισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αερίζω


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία