Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αέρισμα τα αερίσματα
      γενική του αερίσματος των αερισμάτων
    αιτιατική το αέρισμα τα αερίσματα
     κλητική αέρισμα αερίσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αέρισμα < αερίζω + -μα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αέρισμα ουδέτερο

  • η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αερίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία