Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αδίκαστος < α- στερητικό + δικάζω + κατάληξη ρηματικών επιθέτων -τος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

αδίκαστος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία