Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αγνεία < αρχαία ελληνική ἁγνεία < ἁγνεύω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αγνεία θηλυκό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • (νομική): η αγνεία περιλαμβάνεται στα άυλα αγαθά και οποιαδήποτε προσβολή της επισύρει ικανοποίηση ηθικής βλάβης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία