Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αβάνης αρσενικό

  1. Ο συκοφάντης, ο κακολόγος, ο διαβολέας.
    Κακός άνθρωπος! Αβάνης!
  2. Ο καταδότης, ο προδότης, ο άπιστος.
    Μας πρόδωσε ο παλιοαβάνης!
  3. Ο πλεονέκτης.
    Μην τα θες όλα δικά σου. Μην είσαι αβάνης.
  4. Ο ταλαίπωρος.
    Δουλεύει όλη μέρα ο αβάνης.

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία