Δείτε επίσης: ἔνθεος

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ένθεος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔνθεος < ἐν + θε(ός) + -ος

  Επίθετο

επεξεργασία

ένθεος, -η/ος, -ο (και σπάνια, θηλυκό ένθεα)

  1. που παρουσιάζεται σα να έχει μέσα του τον θεό [1]
     συνώνυμα: θεόληπτος
  2. που εμψυχώνεται από θεϊκή δύναμη [2]
    → δείτε και τη λέξη  θεόπνευστος
διπλή κλίση
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ένθεος η ένθεη
ένθεος
το ένθεο
      γενική του ένθεου της ένθεης
ενθέου
του ένθεου
    αιτιατική τον ένθεο την ένθεη
ένθεο
το ένθεο
     κλητική ένθεε ένθεη
ένθεε
ένθεο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ένθεοι οι ένθεες
ένθεοι
τα ένθεα
      γενική των ένθεων των ένθεων
ενθέων
των ένθεων
    αιτιατική τους ένθεους τις ένθεες
ενθέους
τα ένθεα
     κλητική ένθεοι ένθεες
ένθεοι
ένθεα
Οι δεύτεροι τύποι, λόγιοι, συνηθίζονται σε ουσιαστικοποιημένα ή σε αρχαιοπρεπείς λέξεις..
Και σπάνια, θηλυκό η ένθεα, της ένθεας [διαδίκτυο 2021).
Κατηγορία όπως «φυγόκεντρος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ένθεος η ένθεα το ένθεο
      γενική του ένθεου της ένθεας του ένθεου
    αιτιατική τον ένθεο την ένθεα το ένθεο
     κλητική ένθεε ένθεα ένθεο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ένθεοι οι ένθεες τα ένθεα
      γενική των ένθεων των ένθεων των ένθεων
    αιτιατική τους ένθεους τις ένθεες τα ένθεα
     κλητική ένθεοι ένθεες ένθεα
Η κλίση του ένθεος, ένθεη, ένθεο, με θηλυκό σε -α.
ομάδα 'ωραίος', Κατηγορία όπως «θαυμάσιος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)
  2. ένθεος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας