Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

άφραγκος < στερητικό α + φράγκο

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άφραγκος

  1. αυτός που δεν έχει φράγκο (λεφτά)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία