Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άυλος < α- (στερητικό) + ύλη

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άυλος, -η, -ο

  • που δεν αποτελείται από ύλη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία