Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άκουρος < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άκουρος, -η, -ο

  1. (λαϊκότροπο) ακούρευτος
    Λυπήσου το κουρεμένο γίδι. Τ'άκουρο ζούλεψ' το. (Αγέλαστη Άνοιξη, Μενέλαου Λουντέμη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία