Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άβιος < αρχαία ελληνική ἄβιος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

άβιος

  • αυτός που δεν έχει ζωή

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία