Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Σλοβακία οι Σλοβακίες
      γενική της Σλοβακίας των Σλοβακιών
    αιτιατική τη Σλοβακία τις Σλοβακίες
     κλητική Σλοβακία Σλοβακίες
Συνήθως στον ενικό.
Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
Η θέση της Σλοβακίας στην Ευρώπη.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Σλοβακία < αγγλική Slovakia < σλοβακική slovâk < πρωτοσλαβική *slověninъ («Σλάβοι»)[1]

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Σλοβακία θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.