Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική Ολλανδός Ολλανδή Ολλανδοί Ολλανδές
γενική Ολλανδού Ολλανδής Ολλανδών Ολλανδών
αιτιατική Ολλανδό Ολλανδή Ολλανδούς Ολλανδές
κλητική Ολλανδέ Ολλανδή Ολλανδοί Ολλανδές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Ολλανδός < → Η ετυμολογία λείπει.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Ολλανδός αρσενικό

  1. αυτός που κατάγεται από την Ολλανδία
  2. αυτός που έχει ολλανδική ιθαγένεια ή υπηκοότητα

  ΣημειώσειςΕπεξεργασία

Στον καθημερινό λόγο συναντούμε και τις μορφές Ολλανδέζος (αρκετά σπάνιο) και Ολλανδέζα (πιο συνηθισμένο).

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία