Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Dutch < μέση ολλανδική dutsch (Γερμανός)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /dʌtʃ/
ήχος (ΗΒ) 
ήχος (ΗΠΑ) 

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Dutch (en)

  1. (εθνικά ονόματα) Ολλανδός
  2. τα ολλανδικά, η ολλανδική γλώσσα (λαϊκοτρόπως λέγονται και ολλανδέζικα)

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

Dutch (en)