Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική η Νάξος
      γενική της Νάξου
    αιτιατική τη Νάξο
     κλητική Νάξε
Παράρτημα
 
η Νάξος στο χάρτη

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Νάξος < αρχαία ελληνική Νάξος

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Νάξος θηλυκό, μόνο στον ενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός
Ονομαστική Νάξος
Γενική Νάξου
Δοτική Νάξ
Αιτιατική Νάξον
Κλητική Νάξε

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Νάξος < → λείπει η ετυμολογία

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Νάξος

  1. ανδρικό όνομα (αρσενικό)
  2. Νάξος, το νησί των Κυκλάδων (θηλυκό)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία