Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Μαριούπολη οι Μαριουπόλεις
      γενική της Μαριούπολης
& Μαριουπόλεως
των Μαριουπόλεων
    αιτιατική τη Μαριούπολη τις Μαριουπόλεις
     κλητική Μαριούπολη Μαριουπόλεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Μαριούπολη < προσαρμοσμένο δάνειο από τη ρωσική Мариуполь (< όνομα Мария (Μαρία) + -поль < αρχαία ελληνική πόλις) Μαριούπολ + . Μετονομασία της πόλης Павловск (Πάβλοφσκ) το 1779, προς τιμήν της Μαρίας Φιόντοροβνας, συζύγου του τότε διαδόχου του ρωσικού θρόνου Παύλου, του μετέπειτα τσάρου Παύλου Α΄ της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. [1]

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Μαριούπολη θηλυκό

Άλλες γραφέςΕπεξεργασία

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Mariupol, Encyclopædia Britannica (διαδικτυακή έκδ.)· πρόσβαση: 2020-06-18.