Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Κολοκυνθού οι Κολοκυνθούδες
      γενική της Κολοκυνθούς των Κολοκυνθούδων
    αιτιατική την Κολοκυνθού τις Κολοκυνθούδες
     κλητική Κολοκυνθού Κολοκυνθούδες
Συνήθως στον ενικό.
Κατηγορία όπως «αλεπού» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ko.lo.cinˈθu/
τυπογραφικός συλλαβισμός: Κο‐λο‐κυν‐θού

  Ετυμολογία 1Επεξεργασία

Κολοκυνθού < επώνυμο Κολοκύνθης, που κατοικούσε στην περιοχή[1][2] (< αρχαία ελληνική κολοκύνθη) + -ού

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Κολοκυνθού θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Κώστας Η. Μπίρης, Αι τοπωνυμίαι της πόλεως και των περιχώρων των Αθηνών (Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού-Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων, 32006, ISBN 960-214445-9)
  2. Γιάννης Καιροφύλας, Τοπωνύμια της Αθήνας, του Πειραιά και των περιχώρων, (Αθήνα: Φιλιππότη, 1995)
  3. @books.google [[w:Μανόλης Τριανταφυλλίδης|Τριανταφυλλίδης, Μανόλης. Άπαντα, Τόμος 8.

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία 2Επεξεργασία

Κολοκυνθού < κολοκύνθη + -ού

  Κύριο όνομαΕπεξεργασία

Κολοκυνθού θηλυκό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία