Νέα ελληνικά (el) επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η Αλέγκρα οι Αλέγκρες
      γενική της Αλέγκρας
    αιτιατική την Αλέγκρα τις Αλέγκρες
     κλητική Αλέγκρα Αλέγκρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία 1 επεξεργασία

Αλέγκρα < άμεσο δάνειο από την εβραιοϊσπανική , (אלגרה [ah-lay'-grah] ; λατινικοί χαρακτήρες:  Alegra[1] στα ισπανικά alegrar: χαίρομαι, είμαι χαρούμενος[2]

  Κύριο όνομα επεξεργασία

Αλέγκρα θηλυκό

Άλλες μορφές επεξεργασία

Δείτε επίσης επεξεργασία

  Μεταφράσεις επεξεργασία

  Αναφορές επεξεργασία

  1. Και επίθετο alegra, θηλυκό γένος του alegre (ο χαρούμενος).
  2. Ως γυναικείο όνομα, γενικά, έχει ιταλική προέλευση, Allegra.
  3. Πρόκειται για την Αλέγκρα Φελούς, ανεψιά του προέδρου του Εργατικού Κέντρου Τρικάλων Ραφαήλ Φελούς.


  Ετυμολογία 2 επεξεργασία

Αλέγκρα < μεταγραφή για την ιταλική Allegra

  Κύριο όνομα επεξεργασία

Αλέγκρα θηλυκό, άκλιτο