Δείτε επίσης: troublé

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

trouble (en)

  1. πρόβλημα, μπελάς, φασαρία, δύσκολη κατάσταση
  2. προσπάθεια που καταβλήθηκε για να ξεπεραστεί μια δύσκολη κατάσταση
  3. πρόβλημα, δυσλειτουργία
  4. περιστατικό βίας



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

trouble < troubler

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tʁubl/
trouble 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
trouble troubles

trouble (fr) αρσενικό

  1. η ταραχή, η φασαρία
  2. (ιατρική) η διαταραχή
  3. η αναστάτωση

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
trouble troubles

trouble (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (για υγρά) θολός, ταραγμένος
  2. (για πράξεις) ύποπτος, σκοτεινός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία