Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

driver (en)

  1. ο οδηγός
  2. (πληροφορική) το πρόγραμμα οδήγησης ή απλά οδηγός, ειδικό πρόγραμμα διεπαφής (interface) λειτουργικού συστήματος και συσκευής

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Ρήμα 1Επεξεργασία

driver (fr)

  1. αλητεύω

  Ρήμα 2Επεξεργασία

driver (fr)

  1. (στο γκολφ) εκτελώ ένα drive
  2. (στις ιπποδρομίες) οδηγώ (ένα άλογο δεμένο σε ένα sulky) με σιγανό καλπασμό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενικός πληθυντικός
driver drivers

driver (fr) αρσενικό

  1. (στο γκολφ) παίκτης που εκτελεί ένα drive
  2. (στο γκολφ) ξύλινο γκλομπ
  3. (στις ιπποδρομίες) τζόκεϊ του παραπάνω αλόγου
  4. (πληροφορική) πρόγραμμα οδήγησης ενός εκτυπωτή
     συνώνυμα: pilote

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία