Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γκλομπ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γκλομπ ουδέτερο άκλιτο

  1. ραβδί που χρησιμοποιείται ως όπλο, κυρίως από αστυνομικούς

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία