Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

complete (en)

  1. πλήρης
  2. απόλυτος (για να δοθεί έμφαση)
    a complete surprise
  3. (μαθηματικά) πλήρης

  ΡήμαΕπεξεργασία

complete (en)

  1. συμπληρώνω
     συνώνυμα: fill in, fill out
  2. ολοκληρώνω