Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

fill in < → δείτε τις λέξεις fill και in

  ΡήμαΕπεξεργασία

fill in (en)

  1. συμπληρώνω
  2. ενημερώνω