Δείτε επίσης: masse

Γερμανικά (de)Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική die Masse die Massen
γενική der Masse der Massen
δοτική der Masse den Massen
αιτιατική die Masse die Massen

  Ετυμολογία Επεξεργασία

Masse < παλαιά άνω γερμανική massa < λατινική massa < αρχαία ελληνική μᾶζα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈma.sə/
 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Masse (de) θηλυκό

  1. (φυσική) η μάζα
    Kraft ist gleich Masse mal Beschleunigung.
    Η δύναμη ισούται με τη μάζα επί την επιτάχυνση.
  2. μεγάλη ποσότητα από κάτι
    Sie hat eine Masse Kleidung.
    Έχει ένα σωρό ρούχα.
     συνώνυμα: Menge
  3. (στη μαγειρική) το μείγμα

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • Masse στη γερμανική Βικιπαίδεια