Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική das Leiden die Leiden
γενική des Leidens der Leiden
δοτική dem Leiden den Leiden
αιτιατική das Leiden die Leiden

das Leiden (de) ουδέτερο

  1. ο πόνος
     συνώνυμα: der Schmerz (de)
  2. η ασθένεια, η πάθηση
     συνώνυμα: die Krankheit (de)
  3. το βάσανο, το πάθος
     συνώνυμα: die Qual (de)