Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Schmerz 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Schmerz (de) αρσενικό (πληθυντικός: die Schmerzen)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία