Γερμανικά (de) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

Qual 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

Qual (de) θηλυκό (πληθυντικός: die Qualen)

  1. τo μαρτύριο
  2. ο πόνος

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία