Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική ὀσμή ὀσμά ὀσμαί
Γενική ὀσμῆς ὀσμαῖν ὀσμῶν
Δοτική ὀσμ ὀσμαῖν ὀσμαῖς
Αιτιατική ὀσμήν ὀσμά ὀσμάς
Κλητική ὀσμή ὀσμά ὀσμαί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ὀσμή < ὄζω < πρωτοελληνική *óďďō < *h₃ed-ye-, < *h₃ed- (όζω, μυρίζω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὀσμή θηλυκό

  1. οσμή
  2. όσφρηση
     συνώνυμα: ὄσφρησις

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία