Δείτε επίσης: όσφρησις

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ὄσφρησις θηλυκό

  1. η αίσθηση της όσφρησης
  2. το όργανο της όσφρησης