Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μυρίζω < μεσαιωνική ελληνική μυρίζω, < αρχαία ελληνική μυρίζω (αλείφω με μύρον)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /mi.'ɾi.zɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

μυρίζω, αόρ.: μύρισα, παθ.φωνή: μυρίζομαι, π.αόρ.: μυρίστηκα, μτχ.π.π.: μυρισμένος

  1. αντιλαμβάνομαι με την όσφρηση μία μυρωδιά, οσμή
    μυρίζω το άρωμα των λουλουδιών
  2. προσπαθώ να αντιληφθώ μία μυρωδιά
    μύρισε αυτό το υγρό, μήπως καταλάβεις τι είναι
  3. αναδίδω μία μυρωδιά
    τα λουλούδια μυρίζουν όμορφα
  4. αναδίδω μία δυσάρεστη μυρωδιά
    μου μυρίζει ο ιδρώτας του
  5. (στο γ΄ ενικό) υπάρχει μια μυρωδιά, ευχάριστη ή δυσάρεστη
    μύρισε αμέσως η μπόχα
  6. (μεταφορικά) αποκτώ ή καταφέρνω κάτι με μη συμβατικό μέσο ή (και) τρόπο
    Ο εργοδότης μου μύρισε ένα κονδύλι του ΟΑΕΔ για να πληρώσει τους νέοπροσληφθέντες.
  7. (στην παθητική φωνή) → δείτε τη λέξη μυρίζομαι με διαφορετική σημασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία