Δείτε επίσης: αποχή, απόχη

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀποχή αἱ ἀποχαί
      γενική τῆς ἀποχῆς τῶν ἀποχῶν
      δοτική τῇ ἀποχ ταῖς ἀποχαῖς
    αιτιατική τὴν ἀποχήν τὰς ἀποχᾱ́ς
     κλητική ! ἀποχή ἀποχαί
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀποχᾱ́
γεν-δοτ τοῖν  ἀποχαῖν
1η κλίση, Κατηγορία 'ψυχή' όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀποχή < αρχαία ελληνική ἀπέχω < ἀπό + ἔχω • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ἀποχή θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  1. απόσταση, διάστημα
  2. αποχή, εγκράτεια
  3. εξόφληση, απόδειξη εξόφλησης

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία