Δείτε επίσης: απηλιώτης
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ἀπηλιώτης οἱ ἀπηλιῶται
      γενική τοῦ ἀπηλιώτου τῶν ἀπηλιωτῶν
      δοτική τῷ ἀπηλιώτ τοῖς ἀπηλιώταις
    αιτιατική τὸν ἀπηλιώτην τοὺς ἀπηλιώτᾱς
     κλητική ! ἀπηλιῶτ ἀπηλιῶται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  ἀπηλιώτ
γεν-δοτ τοῖν  ἀπηλιώταιν
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'στρατιώτης' όπως «στρατιώτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ἀπηλιώτης < ἀπ- + ἥλ(ιος) + -ιώτης

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

ἀπηλιώτης, -ου αρσενικό

  • ανατολικός άνεμος, ο απηλιώτης
    5ος πκε αιώνας   Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 7 (Πολύμνια), 188.2
    ταύτην μὲν τὴν εὐφρόνην οὕτω, ἅμα δὲ ὄρθρῳ ἐξ αἰθρίης τε καὶ νηνεμίης, τῆς θαλάσσης ζεσάσης ἐπέπεσέ σφι χειμών τε μέγας καὶ πολλὸς ἄνεμος ἀπηλιώτης, τὸν δὴ Ἑλλησποντίην καλέουσι οἱ περὶ ταῦτα τὰ χωρία οἰκημένοι.
    Λοιπόν, εκείνη τη νύχτα έμειναν σ᾽ αυτή τη θέση, όμως με τα χαράματα από αίθριο καιρό και νηνεμία πήραν να βράζουν τα κύματα κι έπεσε πάνω τους αγριοκαίρι μεγάλο και σφοδρός ανατολικός άνεμος, αυτός που οι Έλληνες της περιοχής ονομάζουν Ελλησπόντιο.
    Μετάφραση (1993): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
    ※  5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Κύκλωψ, στίχ. 19 (18-20)
    ἤδη δὲ Μαλέας πλησίον πεπλευκότας | ἀπηλιώτης ἄνεμος ἐμπνεύσας δορὶ | ἐξέβαλεν ἡμᾶς τήνδ᾽ ἐς Αἰτναίαν πέτραν,
    Σαν πιάσαμε Καβομαλιά, | Λεβάντες μανιασμένος εφύσηξε· | μας έριξε στης Σικελίας τα βράχια.
    Μετάφραση χ.χ.: Β. Λιαπή, Αθήνα: Κίχλη @greek‑language.gr
     συνώνυμα: λατινικά subsolanus
     αντώνυμα: ζέφυρος

Άλλες μορφές

επεξεργασία