Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ἀνίημι < (ἀνά) ἀν- + ἵημι

  ΡήμαΕπεξεργασία

ἀνίημι

  1. στέλνω προς τα πάνω, αναπέμπω
    Ζεφύροιο . . ἀήτας Ὠκεανὸς ἀνίησιν
  2. βγάζω από το στομάχι μου, κάνω εμετό
    ἀφρὸν ἀνίει
  3. ξεφυτρώνω
    ἐκ γῆς κάτωθεν ἀνίεται ὁ πλοῦτος (για τους καρπούς)
  4. ξυπνάω
    ἐμὲ δὲ γλυκὺς ὕπνος ἀνῆκεν (και μετά ξύπνησα, ο γλυκός ύπνος με άφησε)
  5. επιτρέπω, χαρίζομαι,
    εἰ ἀνήσομεν ἄνδρα τὸν φανερῶς τὴν ὀλιγαρχίαν λυμαινόμενον (αν θα χαριστούμε σε κάποιο που τόσο φανερά βλάπτει την ολιγρχία -ο Κριτίας για να ξεφορτωθεί τον μετριοπαθή Θηραμένη)
  6. αφήνω, παρατάω, αφήνω ήσυχο κάποιον
    τὰ μικρὰ εἰς τύχην ἀνείς
    ἀνίει μωρίας, τῆς ὀργῆς, φιλονικίας (αφήνω τις βλακείες, κόβω τις ανοησίες, αφήνω το θυμό, τους καβγάδες)
    ἄνετέ μ᾽ ἄνετε (αφήστε με ήσυχο!)
  7. χαλαρώνω χορδή, δεσμά, λύνω, ανοίγω, ελευθερώνω
    ἁρμονίαι ἀνειμέναι
    δεσμά τ᾽ ἀνεῖσαι, πύλας ἄνεσαν, πύλαι ἀνειμέναι
  8. εξαπολύω, ξαμολάω
    καὶ ἐπειδὰν ὁ λαγῶς εὑρίσκηται, ἐὰν μὲν καλαὶ ὦσι πρὸς τὸν δρόμον (τὰς σκύλακας) μὴ ἀνιέναι εὐθύς
  9. αμελώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία