Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ύπερος οι ύπεροι
      γενική του υπέρου
& ύπερου
των υπέρων
& ύπερων
    αιτιατική τον ύπερο τους υπέρους
& ύπερους
     κλητική ύπερε ύπεροι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ύπερος < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ύπερος αρσενικό

  • (βοτανική) το θηλυκό όργανο του άνθους που αποτελείται από ένα ή περισσότερα καρπόφυλλα, τα οποία είται συμφύονται μεταξύ τους είτε όχι

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία