Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική ωαγωγικός ωαγωγική ωαγωγικό
γενική ωαγωγικού ωαγωγικής ωαγωγικού
αιτιατική ωαγωγικό ωαγωγική ωαγωγικό
κλητική ωαγωγικέ ωαγωγική ωαγωγικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ωαγωγικοί ωαγωγικές ωαγωγικά
γενική ωαγωγικών ωαγωγικών ωαγωγικών
αιτιατική ωαγωγικούς ωαγωγικές ωαγωγικά
κλητική ωαγωγικοί ωαγωγικές ωαγωγικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωαγωγικός < ωαγωγός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ωαγωγικός, -ή, -ό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία