Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ωαγωγός ωαγωγοί
γενική ωαγωγού ωαγωγών
αιτιατική ωαγωγό ωαγωγούς
κλητική ωαγωγέ ωαγωγοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ωαγωγός < ωόν + αγωγός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ωαγωγός αρσενικό

η γυναικεία σάλπιγγα, δηλαδή ο ένας από τους δύο μικρού μήκους μυώδεις σωλήνες που συνδέουν τη μήτρα με την αριστερή και την δεξιά ωοθήκη αντίστοιχα, και από τους οποίους διέρχονται τα ωάρια της γυναίκας κατά την αναπαραγωγική της ηλικία.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία