Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωρίον < χώρα - χῶρος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χωρίον ουδέτερο

  1. περιοχή, μικρή πόλη, υποκοριστικό της χώρας
  2. ιδιαίτερος χώρος, υποκοριστικό του χώρου, το τμήμα που περιβάλλεται μεταξύ γραμμών, όπως στο τρίγωνο, στο τετράγωνο κ.λπ., ιδιαίτερη περιοχή
ίσως ιδιαίτερο τμήμα ενός κειμένου (ίσως και μεταγενέστερη έννοια)
τὸ χωρίον τὸ ἐπὶ τοῦ ἥπατος (Ιπποκράτης)

  Κλιτή μορφή μετοχήςΕπεξεργασία

χωρίον