Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική χιονομετρικός χιονομετρική χιονομετρικό
γενική χιονομετρικού χιονομετρικής χιονομετρικού
αιτιατική χιονομετρικό χιονομετρική χιονομετρικό
κλητική χιονομετρικέ χιονομετρική χιονομετρικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική χιονομετρικοί χιονομετρικές χιονομετρικά
γενική χιονομετρικών χιονομετρικών χιονομετρικών
αιτιατική χιονομετρικούς χιονομετρικές χιονομετρικά
κλητική χιονομετρικοί χιονομετρικές χιονομετρικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χιονομετρικός < χιονομετρ(ία) + -ικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çɔ.nɔ.mɛ.tɾiˈkɔs/
συλλαβισμός: χιο‐νο‐με‐τρι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

χιονομετρικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία