Δείτε επίσης: χρονόμετρο

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το χιονόμετρο τα χιονόμετρα
      γενική του χιονομέτρου των χιονομέτρων
    αιτιατική το χιονόμετρο τα χιονόμετρα
     κλητική χιονόμετρο χιονόμετρα
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χιονόμετρο < χιονό- + -μετρο

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /çɔˈnɔ.mɛ.tɾɔ/
συλλαβισμός: χιο‐νό‐με‐τρο

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χιονόμετρο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία