Δείτε επίσης: φορά

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φόρα οι φόρες
      γενική της φόρας των φορών
    αιτιατική τη φόρα τις φόρες
     κλητική φόρα φόρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

φόρα < μετακίνηση του τόνου της λέξης φορά για διάκριση της σημασίας < φέρω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

φόρα θηλυκό

  1. η ορμή, η απόκτηση ταχύτητας, η κεκτημένη ταχύτητα
    Προτού κάνει το άλμα, πήρε φόρα
    Έπεσε με φόρα επάνω του
    Μίλησε μεγάλο, στα 3 του χρόνια, αλλά πήρε φόρα και από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα
    Είναι θρασύς, πρέπει να του κόψεις τη φόρα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

φόρα