Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βγάζω στη φόρα < → δείτε τις λέξεις βγάζω και φόρα (< λατινική fora, πληθυντικός του forum: η ρωμαϊκή αγορά, το φόρουμ, εκεί που δημόσια γινότανε γνωστά διάφορα θέματα)

  ΈκφρασηΕπεξεργασία

βγάζω στη φόρα

  • κάνω κάτι γνωστό σε όλους, συνήθως με σκοπό να ενοχλήσω κάποιον

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία